Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ντιράμ

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. άλλη γραφή του ντιρχάμ Βικιλεξικό
    • Πές μου τί θὰ κάνεις τὸ ντιράμ . Μοῦ ρίχνει μιά ματιά, σάν νά μέ ζυγιάζει, κι ἄκου τήν καταπληχτική ἀπάντηση πού μοῦ ξεφούρνισε: «Σᾶς ζήτησα ἕνα ντιράμ. Ἐσεῖς μπορεῖτε ν' ἀποφασίσετε ἄν θά μοῦ τό δώσετε ἤ ὄχι. Ὅμως δέν εἶναι ὑποχρεωμένος νά σᾶς πῶ τί θά κάνω.» (Νέα Εστία, τόμος 90, 1971, σελ. 1370)

Ετυμολογία

ντιράμ < αραβική دِرْهَم < αρχαία ελληνική δραχμή

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →