Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ντιρχάμ

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. κύριο νόμισμα κυρίως αραβικών χωρών, όπως του Μαρόκο (MAD), των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων (AED) Βικιλεξικό
    • Είναι φρέσκο το ψωμί, το' φτιαξε η μάνα μου. Δεν θα σ΄το χρεώσω παραπάνω. Αν ήταν στο χέρι μου, δεν θα σου 'παιρνα ούτε μισό ντιρχάμ, αλλά με ελέγχει η υπηρεσία, κατάω κι εγώ κάτι στην άκρη. (Ιστορίες βιβλίων, εκδ. Καστανιώτη, 2014)
  2. υποδιαίρεση νομισμάτων χωρών, όπως του Λιβυκού δηναρίου, του Καταριανού ριάλ, του Ιορδανικού δηναρίου και του Ταζικιστιανού σομόνι Βικιλεξικό
  3. παλαιότερα, συνήθως αργυρά, νομίσματα αραβικών κρατών Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ντιρχάμ < αραβική دِرْهَم < αρχαία ελληνική δραχμή

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →