ντιρχάμ
•
- κύριο νόμισμα κυρίως αραβικών χωρών, όπως του Μαρόκο (MAD), των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων (AED) Βικιλεξικό
- Είναι φρέσκο το ψωμί, το' φτιαξε η μάνα μου. Δεν θα σ΄το χρεώσω παραπάνω. Αν ήταν στο χέρι μου, δεν θα σου 'παιρνα ούτε μισό ντιρχάμ, αλλά με ελέγχει η υπηρεσία, κατάω κι εγώ κάτι στην άκρη. (Ιστορίες βιβλίων, εκδ. Καστανιώτη, 2014)
- υποδιαίρεση νομισμάτων χωρών, όπως του Λιβυκού δηναρίου, του Καταριανού ριάλ, του Ιορδανικού δηναρίου και του Ταζικιστιανού σομόνι Βικιλεξικό
- παλαιότερα, συνήθως αργυρά, νομίσματα αραβικών κρατών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ντιρχάμ < αραβική دِرْهَم < αρχαία ελληνική δραχμή
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →