Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ντοματάκι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. φυτόποικιλία του φυτού ντομάτα (ή ντοματιάς) που παράγει μικρούς σφαιρικούς καρπούς Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηο καρπός του παραπάνω φυτού (συνήθως στον πληθυντικό) Βικιλεξικό
  3. γαστρονομίαγλυκό του κουταλιού που παρασκευάζεται από ντοματάκια Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ντοματάκι < ντομάτ(α) + υποκοριστικό επίθημα -άκι

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήντοματάκιντοματάκια
Γενική——
Αιτιατικήντοματάκιντοματάκια
Κλητικήντοματάκιντοματάκια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →