Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ντουγρού

/duˈɣɾu/επίρρημα
•
  1. λαϊκότροποκατευθείαν, καταπάνω Βικιλεξικό
    • Με τα πολιτικά ασχολείται, μόνο αυτά τον ενδιαφέρουν. Εκεί έχει μεταθέσει τώρα όλο του το πάθος. Κατηγορεί μάλιστα το ποδόσφαιρο ότι είναι το όπιο του λαού! Εμένα πάντως δεν με πείθει απολύτως, τον φαντάζομαι το μεσημεράκι της Κυριακής να φοράει ψεύτικη γενειάδα μην τυχόν και τον αναγνωρίσει κανένας του κόμματος και να τραβάει ντουγρού για τη Φιλαδέλφεια.
    • «Η γυναίκα του είναι όμορφη, λένε», είπε ο Ζαχαρίας, «την έχει δει κανένας σας;» «Όμορφη κι αρχόντισσα, μοσχαναθρεμμένη απ’ τη Σαλονίκη», πετάχτηκε κάποιος. «Πού την αντάμωσε ο Αμερικάνος;» «Ένας Θεός το ξέρει, πάντως τον κοιτάει ντουγρού στα μάτια και δεν τα χαμηλώνει όπως οι δικές μας».

Ετυμολογία

ντουγρού < (άμεσο δάνειο) τουρκική doğru με τροπή [o] > [u] ή με αφομοίωση [o, u] > [u, u]

Άλλοι τύποι

ντογρού

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →