ντουμπλάρω
•
- αντικαθιστώ, σε κινηματογραφική ταινία, τη φωνή ενός ηθοποιού ή τον ίδιο τον ηθοποιό Βικιλεξικό
- παρωχημένοπροσθέτω εσωτερικά ένα ύφασμα πιο χοντρό και με μεγαλύτερη αντοχή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ντουμπλάρω < γαλλική doubler • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →