ντουμπλές
•
- σπάνιοκάτι που αποτελείται από δύο κομμάτια ή τμήματα ή επαναλαμβάνεται Βικιλεξικό
- σπάνιομεταλλική επιφάνεια επιχρισμένη με χρυσό ή άργυρο Βικιλεξικό
- Χασικλίδικο ρεμπέτικο τραγούδι, Εγώ θέλω πριγκιπέσα, (απόσπασμα)
Ετυμολογία
ντουμπλές < γαλλική double < λατινική duplus
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ντουμπλές | ντουμπλέδες |
| Γενική | ντουμπλέ | ντουμπλέδων |
| Αιτιατική | ντουμπλέ | ντουμπλέδες |
| Κλητική | ντουμπλέ | ντουμπλέδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →