ντουσουρμές
•
- ιδιωματικότο παιδομάζωμα Βικιλεξικό
- ιδιωματικόμικρός στρατός που αποτελείται από ετερόκλητα στοιχεία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ντουσουρμές < τουρκική düşürmek < οθωμανική τουρκική دوشورمك < دوشمك (düşmek) < πρωτοτουρκική *tüĺ-
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ντουσουρμές | ντουσουρμέδες |
| Γενική | ντουσουρμέ | ντουσουρμέδων |
| Αιτιατική | ντουσουρμέ | ντουσουρμέδες |
| Κλητική | ντουσουρμέ | ντουσουρμέδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →