Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ντούζικος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ιδιωματικόίσος, ευθύς Βικιλεξικό
  2. ιδιωματικόδυνατός, γερός Βικιλεξικό
  3. ιδιωματικόχαρακτηρισμός κανονικού / στρωτού ανέμου Βικιλεξικό
  4. ιδιωματικόντούζικο: είδος ούζου / ρακής Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ντούζικος < οθωμανική τουρκική دوز (düz, ίσιος, ευθύς) (τουρκική düz < προέλευσης από την πρωτοτουρκική + -ικος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήντούζικοςντούζικηντούζικο
Γενικήντούζικουντούζικηςντούζικου
Αιτιατικήντούζικοντούζικηντούζικο
Κλητικήντούζικεντούζικηντούζικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήντούζικοιντούζικεςντούζικα
Γενικήντούζικωνντούζικωνντούζικων
Αιτιατικήντούζικουςντούζικεςντούζικα
Κλητικήντούζικοιντούζικεςντούζικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →