ντούμπλεξ
•
- τηλεφωνικό ή τηλεπικοινωνιακό σύστημα που λειτουργεί ταυτόχρονα με δύο συσκευές Βικιλεξικό
- ντουμπλ φας Βικιλεξικό
- οικείοδιπλός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ντούμπλεξ < ντούπλεξ < γαλλική duplex < λατινική duplex < duo + plico
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →