ντράβαλα
•
- λαϊκότροπομπελάδες, φασαρίες, μπλεξίματα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ντράβαλα < (άμεσο δάνειο) ιταλική travaglia < travagliare < γαλλική travailler < παλαιά γαλλική traveillier (υποφέρω) < δημώδης λατινική *tripaliare < λατινική tripalium < tripalis < tri- + palus < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *peh₂ǵ- (ενδυναμώνω, αποκαθιστώ)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ντράβαλα | ντράβαλα |
| Γενική | — | ντράβαλων |
| Αιτιατική | — | ντράβαλα |
| Κλητική | — | ντράβαλα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →