ντρέτα
•
- ιδιωματικόκατευθείαν Βικιλεξικό
- κρητικάευθεία, ίσια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ντρέτα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ντρέτα (< ντρέ(τος)) < (άμεσο δάνειο) βενετική dreto + -α
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →