Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ντρεσάρω

ρήμα
•
  1. εκπαιδεύω με τρόπο επίμονο, συστηματικό και αυστηρό Βικιλεξικό
  2. γυμνάζω ζώο ώστε να εκτελεί εντολές Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ντρεσάρω < (άμεσο δάνειο) γαλλική dress(er) + -άρω

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςντρεσάρωντρεσάρειςντρεσάρειντρεσάρουμεντρεσάρετεντρεσάρουν / ντρεσάρουνε
Παρατατικόςντρεσάριζα / ντρεσαριζόμουναντρεσάριζες / ντρεσαριζόσουναντρεσάριζεντρεσάραμεντρεσάρατεντρεσάραν / ντρεσάρανε / ντρεσάριζαν
Αόριστοςντρεσάρισαντρεσάρισεςντρεσάρισεντρεσάραμεντρεσάρατεντρεσάραν / ντρεσάρανε / ντρεσάρισαν
Μέλλονταςθα ντρεσάρωθα ντρεσάρειςθα ντρεσάρειθα ντρεσάρουμεθα ντρεσάρετεθα ντρεσάρουν / θα ντρεσάρουνε
Παρακείμενοςέχω ντρεσάρειέχεις ντρεσάρειέχει ντρεσάρειέχουμε ντρεσάρειέχετε ντρεσάρειέχουν ντρεσάρει
Υπερσυντέλικοςείχα ντρεσάρειείχες ντρεσάρειείχε ντρεσάρειείχαμε ντρεσάρειείχατε ντρεσάρειείχαν ντρεσάρει
Υποτακτικήνα έχω ντρεσάρει / να ντρεσάρωνα έχεις ντρεσάρει / να ντρεσάρειςνα έχει ντρεσάρει / να ντρεσάρεινα έχουμε ντρεσάρει / να ντρεσάρουμενα έχετε ντρεσάρει / να ντρεσάρετενα έχουν ντρεσάρει / να ντρεσάρουν / να ντρεσάρουνε
Προστακτική—έχε ντρεσαρισμένο / ντρεσάριζε / ντρεσάρισε——έχετε ντρεσαρισμένο / ντρεσάρετε—

Μεσοπαθητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςντρεσάρομαιντρεσάρεσαι————
Παρατατικόςντρεσαριζόμουνντρεσαριζόσουν————
Αόριστοςντρεσαρίστηκα—————
Μέλλονταςθα ντρεσάρομαιθα ντρεσάρεσαι————
Υποτακτικήνα ντρεσάρομαινα ντρεσάρεσαι————

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →