ντροπιάζω
•
- μεταβατικόκάνω κάποιον να ντρέπεται Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ντροπιάζω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ντροπιάζω. Συγχρονικά αναλύεται σε ντροπ(ή) + -ιάζω.
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ντροπιάζω | ντροπιάζεις | ντροπιάζει | ντροπιάζουμε | ντροπιάζετε | ντροπιάζουν / ντροπιάζουνε |
| Παρατατικός | ντρόπιαζα | ντρόπιαζες | ντρόπιαζε | ντροπιάζαμε | ντροπιάζατε | ντροπιάζαν / ντροπιάζανε / ντρόπιαζαν |
| Αόριστος | ντρόπιασα | ντρόπιασες | ντρόπιασε | ντροπιάσαμε | ντροπιάσατε | ντροπιάσαν / ντροπιάσανε / ντρόπιασαν |
| Μέλλοντας | θα ντροπιάζω / θα ντροπιάσω | θα ντροπιάζεις / θα ντροπιάσεις | θα ντροπιάζει / θα ντροπιάσει | θα ντροπιάζουμε / θα ντροπιάσουμε | θα ντροπιάζετε / θα ντροπιάσετε | θα ντροπιάζουν / θα ντροπιάζουνε / θα ντροπιάσουν / θα ντροπιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ντροπιάσει | έχεις ντροπιάσει | έχει ντροπιάσει | έχουμε ντροπιάσει | έχετε ντροπιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ντροπιάσει | είχες ντροπιάσει | είχε ντροπιάσει | είχαμε ντροπιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ντροπιάσει / να ντροπιάζω / να ντροπιάσω | να έχεις ντροπιάσει / να ντροπιάζεις / να ντροπιάσεις | να έχει ντροπιάσει / να ντροπιάζει / να ντροπιάσει | να έχουμε ντροπιάσει / να ντροπιάζουμε / να ντροπιάσουμε | να έχετε ντροπιάσει / να ντροπιάζετε / να ντροπιάσετε | να ντροπιάζουν / να ντροπιάζουνε / να ντροπιάσουν / να ντροπιάσουνε |
| Προστακτική | — | ντρόπιαζε / ντρόπιασε | — | — | ντροπιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
ντροπιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →