Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ντόμινο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. είδος αποκριάτικου κουστουμιού, συνήθως μαύρου Βικιλεξικό
  2. συνεκδοχικάο μεταμφιεσμένος με τέτοιο κουστούμι Βικιλεξικό
  3. κατ’ επέκτασηείδος επιτραπέζιου παιχνιδιού με ειδικά πλακίδια, που φέρουν 0-6 κουκκίδες σε κάθε ήμισύ τους Βικιλεξικό
  4. κατ’ επέκτασηπαιχνίδι κατά το οποίο οι παίκτες στήνουν τα παραπάνω πλακίδια (ή άλλα παρόμοια) όρθια το ένα δίπλα στο άλλο, ρίχνουν το πρώτο και στη συνέχεια αρχίζουν να πέφτουν όλα στη σειρά, συμπαρασύροντας το ένα το άλλο Βικιλεξικό
  5. κατ’ επέκτασηκατάσταση στην οποία ένα αποτέλεσμα προκύπτει από μια σειρά άλλων αλυσιδωτών αποτελεσμάτων (δες φαινόμενο του ντόμινο) Βικιλεξικό
    • Το δεύτερο σημαντικό στοιχείο είναι το γεγονός αυτού του ντόμινο απαξίωσης και ηθικής έλλειψης (Γεραπετρίτης για τις αποκαλύψεις των τελευταίων ημερών: Ντόμινο απαξίωσης και ηθικής έλλειψης, capital.gr, 25 Ιουνίου 2020)

Ετυμολογία

ντόμινο < (άμεσο δάνειο) ιταλική domino < λατινική dominus < domus

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήντόμινοντόμινα
Γενικήντόμινουντόμινων
Αιτιατικήντόμινοντόμινα
Κλητικήντόμινοντόμινα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →