ντόμπρος
•
- ειλικρινής, χωρίς προσποιήσεις Βικιλεξικό
- Βέρος Πειραιώτης. Γέννημα θρέμμα του μεγάλου λιμανιού. Κιμπάρης και ντόμπρος. Τζέντλεμαν και μποέμ. Αντικομφορμιστής και αυθεντικός αντιστάρ, ένας από τους πιο ωραίους τύπους της γενιάς του, άφησε νωρίς την τελευταία του πνοή. (Χρήστος Κυριαζής: Έζησε σαν γνήσιος Πειραιώτης, έφυγε πρίγκιπας, Πρώτο Θέμα, 17/11/2021 https://www.protothema.gr/life-style/article/1182784/hristos-kuriazis-ezise-san-gnisios-peiraiotis-efuge-prigipas/)
Ετυμολογία
ντόμπρος < (άμεσο δάνειο) σλαβικής προέλευσης dobăr, dobro. πβ. σλοβακικά dobrý (καλός), ρωσικά добрый (καλός)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ντόμπρος | ντόμπρα | ντόμπρο |
| Γενική | ντόμπρου | ντόμπρας | ντόμπρου |
| Αιτιατική | ντόμπρο | ντόμπρα | ντόμπρο |
| Κλητική | ντόμπρε | ντόμπρα | ντόμπρο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ντόμπροι | ντόμπρες | ντόμπρα |
| Γενική | ντόμπρων | ντόμπρων | ντόμπρων |
| Αιτιατική | ντόμπρους | ντόμπρες | ντόμπρα |
| Κλητική | ντόμπροι | ντόμπρες | ντόμπρα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →