Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ντόρτια

/ˈdoɾ.tça/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. όταν και τα δύο ζάρια μιας ζαριάς δείχνουν τέσσερα Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάάσχημη εξέλιξη, ατυχία (καθώς αποτελεί κακή ζαριά σε διάφορα παιχνίδια με ζάρια) Βικιλεξικό
    • Εμείς με τραμ πηγαίνουμε και άλλοι με ταξάρες, / για μας τα ντόρτια κι οι διπλές και γι' άλλους οι εξάρες.
  3. μεταφορικάεπίτευξη τεσσάρων γκολ από μία ομάδα σε ποδοσφαιρικό αγώνα Βικιλεξικό
    • Κύπελλο Αργολίδας: Το σήκωσε με... ντόρτια ο Παναργειακός (*onsports.gr)

Ετυμολογία

ντόρτια < (άμεσο δάνειο) τουρκική dört + -ια (<-ι)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήντόρτιαντόρτια
Γενική—ντορτιών
Αιτιατική—ντόρτια
Κλητική—ντόρτια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →