νυγματίζω
•
- τοποθετώ νύγμα () συνήθως πριν από την αρχή ή μετά το τέλος μιας λέξης, φράσης, πρότασης, απαίτησης κτλ. δηλώνοντας έτσι ότι την επιλέγω ή ότι την κρίνω αληθή ή ότι έχω (εξ)ελέγξει το περιεχόμενό της και συμφωνώ με αυτό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
νυγματίζω < νύγμα (όπως στιγματίζω < στίγμα)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | νυγματίζω | νυγματίζεις | νυγματίζει | νυγματίζουμε | νυγματίζετε | νυγματίζουν / νυγματίζουνε |
| Παρατατικός | νυγμάτιζα | νυγμάτιζες | νυγμάτιζε | νυγματίζαμε | νυγματίζατε | νυγμάτιζαν / νυγματίζαν / νυγματίζανε |
| Αόριστος | νυγμάτισα | νυγμάτισες | νυγμάτισε | νυγματίσαμε | νυγματίσατε | νυγμάτισαν / νυγματίσαν / νυγματίσανε |
| Μέλλοντας | θα νυγματίζω / θα νυγματίσω | θα νυγματίζεις / θα νυγματίσεις | θα νυγματίζει / θα νυγματίσει | θα νυγματίζουμε / θα νυγματίσουμε | θα νυγματίζετε / θα νυγματίσετε | θα νυγματίζουν / θα νυγματίζουνε / θα νυγματίσουν / θα νυγματίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω νυγματίσει | έχεις νυγματίσει | έχει νυγματίσει | έχουμε νυγματίσει | έχετε νυγματίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα νυγματίσει | είχες νυγματίσει | είχε νυγματίσει | είχαμε νυγματίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω νυγματίσει / να νυγματίζω / να νυγματίσω | να έχεις νυγματίσει / να νυγματίζεις / να νυγματίσεις | να έχει νυγματίσει / να νυγματίζει / να νυγματίσει | να έχουμε νυγματίσει / να νυγματίζουμε / να νυγματίσουμε | να έχετε νυγματίσει / να νυγματίζετε / να νυγματίσετε | να νυγματίζουν / να νυγματίζουνε / να νυγματίσουν / να νυγματίσουνε |
| Προστακτική | — | νυγμάτιζε / νυγμάτισε | — | — | νυγματίζετε / νυγματίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →