Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

νυκτός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. μουσικήπου παίζεται με τσίμπημα (με τα δάχτυλα ή με πένα) Βικιλεξικό
    • Η κιθάρα, η άρπα, είναι νυκτά όργανα: τα δάχτυλα τραβούν τις χορδές τους.
    • Το πιάνο δεν είναι νυκτό, γιατί τις χορδές του τις χτυπούν σφυράκια. Αντίθετα, το τσέμπαλο είναι νυκτό.
    • Μια συναυλία αντάξια μιας μοναδικής διαδρομής, «σφράγισε» το χθεσινό βράδυ (Δευτέρα 19 Μαΐου) τη συμπλήρωση 40 χρόνων από την ίδρυση της Ορχήστρας Νυκτών Εγχόρδων «Θανάσης Τσιπινάκης» του Δήμου Πατρέων. (Η νύχτα των Νυκτών Εγχόρδων, η νύχτα της μουσικής, e-patras.gr, 20/05/2025 https://e-patras.gr/el/i-nyhta-ton-nykton-eghordon-i-nyhta-tis-moysikis-me-sold-out-sfragistikan-ta-40-hronia-apo-tin)
  2. ουσιαστικοποιημένονυκτό (εννοείται: όργανο) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

νυκτός < αρχαία ελληνική νύσσω, θέμα νυκ- + -τός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήνυκτόςνυκτήνυκτό
Γενικήνυκτούνυκτήςνυκτού
Αιτιατικήνυκτόνυκτήνυκτό
Κλητικήνυκτένυκτήνυκτό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήνυκτοίνυκτέςνυκτά
Γενικήνυκτώννυκτώννυκτών
Αιτιατικήνυκτούςνυκτέςνυκτά
Κλητικήνυκτοίνυκτέςνυκτά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →