Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

νυμφίος

/nimˈfi.os/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. αυτός που έρχεται εις γάμου κοινωνίαν· ο γαμπρός Βικιλεξικό
    • 2015 Δημήτριος Γουζέλης, Ο Χάσης
  2. χριστιανισμόςΝυμφίος· ο Ιησούς Χριστός Βικιλεξικό
  3. στον πληθυντικόνυμφίοι· το νυφικό ζευγάρι, οι νεόνυμφοι Βικιλεξικό

Ετυμολογία

νυμφίος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική νυμφίος. Συγχρονικά αναλύεται σε νύμφη + -ιος.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήνυμφίοςνυμφίοι
Γενικήνυμφίουνυμφίων
Αιτιατικήνυμφίονυμφίους
Κλητικήνυμφίενυμφίοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →