νυμφίος
•
- αυτός που έρχεται εις γάμου κοινωνίαν· ο γαμπρός Βικιλεξικό
- 2015 Δημήτριος Γουζέλης, Ο Χάσης
- χριστιανισμόςΝυμφίος· ο Ιησούς Χριστός Βικιλεξικό
- στον πληθυντικόνυμφίοι· το νυφικό ζευγάρι, οι νεόνυμφοι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
νυμφίος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική νυμφίος. Συγχρονικά αναλύεται σε νύμφη + -ιος.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | νυμφίος | νυμφίοι |
| Γενική | νυμφίου | νυμφίων |
| Αιτιατική | νυμφίο | νυμφίους |
| Κλητική | νυμφίε | νυμφίοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →