νυμφεύω
•
- λόγιοδίνω νύφη σε κάποιον για γάμο, τον παντρεύω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
νυμφεύω < αρχαία ελληνική νυμφεύω < νύμφη
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | νυμφεύω | νυμφεύεις | νυμφεύει | νυμφεύουμε | νυμφεύετε | νυμφεύουν / νυμφεύουνε |
| Παρατατικός | νύμφευα | νύμφευες | νύμφευε | νυμφεύαμε | νυμφεύατε | νυμφεύαν / νυμφεύανε / νύμφευαν |
| Αόριστος | νύμφευσα | νύμφευσες | νύμφευσε | νυμφεύσαμε | νυμφεύσατε | νυμφεύσαν / νυμφεύσανε / νύμφευσαν |
| Μέλλοντας | θα νυμφεύσω / θα νυμφεύω | θα νυμφεύεις / θα νυμφεύσεις | θα νυμφεύει / θα νυμφεύσει | θα νυμφεύουμε / θα νυμφεύσουμε | θα νυμφεύετε / θα νυμφεύσετε | θα νυμφεύουν / θα νυμφεύουνε / θα νυμφεύσουν / θα νυμφεύσουνε |
| Παρακείμενος | έχω νυμφεύσει | έχεις νυμφεύσει | έχει νυμφεύσει | έχουμε νυμφεύσει | έχετε νυμφεύσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα νυμφεύσει | είχες νυμφεύσει | είχε νυμφεύσει | είχαμε νυμφεύσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω νυμφεύσει / να νυμφεύσω / να νυμφεύω | να έχεις νυμφεύσει / να νυμφεύεις / να νυμφεύσεις | να έχει νυμφεύσει / να νυμφεύει / να νυμφεύσει | να έχουμε νυμφεύσει / να νυμφεύουμε / να νυμφεύσουμε | να έχετε νυμφεύσει / να νυμφεύετε / να νυμφεύσετε | να νυμφεύουν / να νυμφεύουνε / να νυμφεύσουν / να νυμφεύσουνε |
| Προστακτική | — | νύμφευε / νύμφευσε | — | — | νυμφεύετε / νυμφεύστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →