νυν και αεί
•
- τώρα και πάντοτε (στο μέλλον), που λέγεται Βικιλεξικό
- θρησκείαως χρονικός προσδιορισμός ομολογίας της δόξας του τριαδικού θεού, της Αγίας Τριάδος (*). Βικιλεξικό
- για κάτι που συμβαίνει και που προβλέπεται να μείνει διαχρονικό Βικιλεξικό
- σκωπτικάγια κάτι άσχημο, ή παράνομο, ή ανήθικο κ.λπ. που υφίσταται και του οποίου η αποκατάσταση είναι απροσδιόριστη χρονικά. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
νυν και αεί < (ελληνιστική κοινή) νῦν και ἀεὶ σε μονοτονική γραφή, → δείτε τις λέξεις νῦν και ἀεὶ
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →