Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

νυν και αεί

φράση
•
  1. τώρα και πάντοτε (στο μέλλον), που λέγεται Βικιλεξικό
  2. θρησκείαως χρονικός προσδιορισμός ομολογίας της δόξας του τριαδικού θεού, της Αγίας Τριάδος (*). Βικιλεξικό
  3. για κάτι που συμβαίνει και που προβλέπεται να μείνει διαχρονικό Βικιλεξικό
  4. σκωπτικάγια κάτι άσχημο, ή παράνομο, ή ανήθικο κ.λπ. που υφίσταται και του οποίου η αποκατάσταση είναι απροσδιόριστη χρονικά. Βικιλεξικό

Ετυμολογία

νυν και αεί < (ελληνιστική κοινή) νῦν και ἀεὶ σε μονοτονική γραφή, → δείτε τις λέξεις νῦν και ἀεὶ

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →