Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

νυσταλέος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που πάντα νυστάζει Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάπου δεν δείχνει ενεργητικότητα, αργός, νωθρός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

νυσταλέος < ελληνιστική κοινή νυσταλέος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήνυσταλέοςνυσταλέανυσταλέο
Γενικήνυσταλέουνυσταλέαςνυσταλέου
Αιτιατικήνυσταλέονυσταλέανυσταλέο
Κλητικήνυσταλέενυσταλέανυσταλέο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήνυσταλέοινυσταλέεςνυσταλέα
Γενικήνυσταλέωννυσταλέωννυσταλέων
Αιτιατικήνυσταλέουςνυσταλέεςνυσταλέα
Κλητικήνυσταλέοινυσταλέεςνυσταλέα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →