νυφιάτικος
•
- που έχει σχέση με νύφη (ή γάμο) ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
νυφιάτικος < νύφη + -ιάτικος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | νυφιάτικος | νυφιάτικη | νυφιάτικο |
| Γενική | νυφιάτικου | νυφιάτικης | νυφιάτικου |
| Αιτιατική | νυφιάτικο | νυφιάτικη | νυφιάτικο |
| Κλητική | νυφιάτικε | νυφιάτικη | νυφιάτικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | νυφιάτικοι | νυφιάτικες | νυφιάτικα |
| Γενική | νυφιάτικων | νυφιάτικων | νυφιάτικων |
| Αιτιατική | νυφιάτικους | νυφιάτικες | νυφιάτικα |
| Κλητική | νυφιάτικοι | νυφιάτικες | νυφιάτικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →