Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

νυφιάτικος

/niˈfça.ti.kos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με νύφη (ή γάμο) ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

νυφιάτικος < νύφη + -ιάτικος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήνυφιάτικοςνυφιάτικηνυφιάτικο
Γενικήνυφιάτικουνυφιάτικηςνυφιάτικου
Αιτιατικήνυφιάτικονυφιάτικηνυφιάτικο
Κλητικήνυφιάτικενυφιάτικηνυφιάτικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήνυφιάτικοινυφιάτικεςνυφιάτικα
Γενικήνυφιάτικωννυφιάτικωννυφιάτικων
Αιτιατικήνυφιάτικουςνυφιάτικεςνυφιάτικα
Κλητικήνυφιάτικοινυφιάτικεςνυφιάτικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →