Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

νυφικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ο αναφερόμενος στη νύφη Βικιλεξικό
    • ...στο πάτωμα τα νυφικά της παπούτσια, μεταξωτά, με τακούνι λαξεμένα προς τα μέσα. Έχουν φτιαχτεί στα μέτρα της, με σχέδιο ξεσηκωμένο από γαλλικό φιγουρίνι μόδας, από το υποδηματοποιείο «Η Πρόοδος» του Ζωιόπουλου, ο οποίος είναι και προμηθευτής της βασιλικής Αυλής. (Φιλομήλα Λαπατά, Η ξυπόλυτη των Αθηνών, εκδ. Καστανιώτη, 2010)
  2. το ουδέτερο ως ουσ. Το νυφικό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

νυφικός< νύφη + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήνυφικόςνυφικήνυφικό
Γενικήνυφικούνυφικήςνυφικού
Αιτιατικήνυφικόνυφικήνυφικό
Κλητικήνυφικένυφικήνυφικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήνυφικοίνυφικέςνυφικά
Γενικήνυφικώννυφικώννυφικών
Αιτιατικήνυφικούςνυφικέςνυφικά
Κλητικήνυφικοίνυφικέςνυφικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →