νυφοστολίζω
•
- στολίζω τη νύφη, της φορώ την νυφική στολή και τα σχετικά στολίδια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
νυφοστολίζω < νύφη + -ο- + στολίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | νυφοστολίζω | νυφοστολίζεις | νυφοστολίζει | νυφοστολίζουμε | νυφοστολίζετε | νυφοστολίζουν / νυφοστολίζουνε |
| Παρατατικός | νυφοστόλιζα | νυφοστόλιζες | νυφοστόλιζε | νυφοστολίζαμε | νυφοστολίζατε | νυφοστολίζαν / νυφοστολίζανε / νυφοστόλιζαν |
| Αόριστος | νυφοστόλισα | νυφοστόλισες | νυφοστόλισε | νυφοστολίσαμε | νυφοστολίσατε | νυφοστολίσαν / νυφοστολίσανε / νυφοστόλισαν |
| Μέλλοντας | θα νυφοστολίζω / θα νυφοστολίσω | θα νυφοστολίζεις / θα νυφοστολίσεις | θα νυφοστολίζει / θα νυφοστολίσει | θα νυφοστολίζουμε / θα νυφοστολίσουμε | θα νυφοστολίζετε / θα νυφοστολίσετε | θα νυφοστολίζουν / θα νυφοστολίζουνε / θα νυφοστολίσουν / θα νυφοστολίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω νυφοστολίσει | έχεις νυφοστολίσει | έχει νυφοστολίσει | έχουμε νυφοστολίσει | έχετε νυφοστολίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα νυφοστολίσει | είχες νυφοστολίσει | είχε νυφοστολίσει | είχαμε νυφοστολίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω νυφοστολίσει / να νυφοστολίζω / να νυφοστολίσω | να έχεις νυφοστολίσει / να νυφοστολίζεις / να νυφοστολίσεις | να έχει νυφοστολίσει / να νυφοστολίζει / να νυφοστολίσει | να έχουμε νυφοστολίσει / να νυφοστολίζουμε / να νυφοστολίσουμε | να έχετε νυφοστολίσει / να νυφοστολίζετε / να νυφοστολίσετε | να νυφοστολίζουν / να νυφοστολίζουνε / να νυφοστολίσουν / να νυφοστολίσουνε |
| Προστακτική | — | νυφοστόλιζε / νυφοστόλισε | — | — | νυφοστολίζετε / νυφοστολίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →