Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

νυφούλα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η νύφη Βικιλεξικό

Ετυμολογία

νυφούλα < νύφη + υποκοριστικό επίθημα -ούλα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήνυφούλανυφούλες
Γενικήνυφούλας—
Αιτιατικήνυφούλανυφούλες
Κλητικήνυφούλανυφούλες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →