νυχτοδροσοβόλι
•
- σπάνιοη εναπόθεση δροσιάς στα φυτά ή στο έδαφος τη νύχτα Βικιλεξικό
- 19ος/20ός αιώνας, ⌘ Νίκος Καζαντζάκης, Οδύσεια , Η΄ στίχ. 307 (307-309) αρχική έκδοση: 1938, εκδόσεις: Τυπογραφεία Γ.Σ. Χρήστου, 1957 @google.gr/books.
Ετυμολογία
νυχτοδροσοβόλι < νυχτο- + δροσοβόλι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | νυχτοδροσοβόλι | νυχτοδροσοβόλια |
| Γενική | νυχτοδροσοβολιού | νυχτοδροσοβολιών |
| Αιτιατική | νυχτοδροσοβόλι | νυχτοδροσοβόλια |
| Κλητική | νυχτοδροσοβόλι | νυχτοδροσοβόλια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →