Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

νυχτοπερπάτημα

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του νυχτοπερπατώ Βικιλεξικό
    • Στο μυαλό του μαλακοκαύλη, τόσο η δουλειά στο συνεργείο αυτοκινήτων όσο και τα νυχτοπερπατήματά του, ήταν πράγματα αταίριαστα μ' έναν υποψήφιο φοιτητή της Ιατρικής (Βαγγέλης Ραφτόπουλος, Βαθύς και λυπημένος όπως κι εσύ, εκδ. Κέδρος, 1999, σελ. 193)

Ετυμολογία

νυχτοπερπάτημα < νυχτοπερπατώ + -μα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήνυχτοπερπάτημανυχτοπερπατήματα
Γενικήνυχτοπερπατήματοςνυχτοπερπατημάτων
Αιτιατικήνυχτοπερπάτημανυχτοπερπατήματα
Κλητικήνυχτοπερπάτημανυχτοπερπατήματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →