νυχτώνει
•
- βραδιάζει, έρχεται η νύχτα Βικιλεξικό
- Καὶ τώρα, ποῦ νὰ πάω;… Σὰν ἔρθ᾽ ὁ πατέρας σου;… Βασίλεψ᾽ ὁ ἥλιος… σουρούπωσε… θὰ νυχτώσῃ. (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Η Φόνισσα, Κεφάλαιο ΙΑ΄, 1903)
- τρίτο ενικό πρόσωπο του ρήματος νυχτώνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
νυχτώνει < τρίτο ενικό πρόσωπο του ρήματος νυχτώνω
Άλλοι τύποι
νυχτώσεινύχτωνενύχτωσε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →