νυχτώνω
•
- με βρίσκει κάπου η νύχτα Βικιλεξικό
- Βιάσου να μη νυχτώσεις, γιατί θα φύγουνε. (Νίκος Καββαδίας, Βάρδια, 1954)
Ετυμολογία
νυχτώνω < νύχτα + -ώνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | νυχτώνω | νυχτώνεις | νυχτώνει | νυχτώνουμε | νυχτώνετε | νυχτώνουν / νυχτώνουνε |
| Παρατατικός | νύχτωνα | νύχτωνες | νύχτωνε | νυχτώναμε | νυχτώνατε | νυχτώναν / νυχτώνανε / νύχτωναν |
| Αόριστος | νύχτωσα | νύχτωσες | νύχτωσε | νυχτώσαμε | νυχτώσατε | νυχτώσαν / νυχτώσανε / νύχτωσαν |
| Μέλλοντας | θα νυχτώνω / θα νυχτώσω | θα νυχτώνεις / θα νυχτώσεις | θα νυχτώνει / θα νυχτώσει | θα νυχτώνουμε / θα νυχτώσουμε | θα νυχτώνετε / θα νυχτώσετε | θα νυχτώνουν / θα νυχτώνουνε / θα νυχτώσουν / θα νυχτώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω νυχτώσει | έχεις νυχτώσει | έχει νυχτώσει | έχουμε νυχτώσει | έχετε νυχτώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα νυχτώσει | είχες νυχτώσει | είχε νυχτώσει | είχαμε νυχτώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω νυχτώσει / να νυχτώνω / να νυχτώσω | να έχεις νυχτώσει / να νυχτώνεις / να νυχτώσεις | να έχει νυχτώσει / να νυχτώνει / να νυχτώσει | να έχουμε νυχτώσει / να νυχτώνουμε / να νυχτώσουμε | να έχετε νυχτώσει / να νυχτώνετε / να νυχτώσετε | να νυχτώνουν / να νυχτώνουνε / να νυχτώσουν / να νυχτώσουνε |
| Προστακτική | — | νύχτωνε / νύχτωσε | — | — | νυχτώνετε / νυχτώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →