νωπός
•
- φρέσκος Βικιλεξικό
- νωπά οπωροκηπευτικά προϊόντα
- συνεκδοχικάπου δεν έχει στεγνώσει ακόμη Βικιλεξικό
- Τό μέσο βάρος τῶν ἀμνοδερμάτων ἀμέσως με το ἀνεξάρτητα ἀπό τό φύλο καί ξεχωριστά γιά κάθε γενότυπο δίνεται στόν πίνακα 1 μαζί μέ τίς συγκρίσεις τῶν μέσων τιμῶν. ̓Αμέσως μετά τό γδάρσιμο τά νωπά ἀμνοδέρματα τῶν καθαρόαιμων Καραγκούνικων ἀμνῶν εἶχαν βάρος κατώτερο τῶν... (Επιστημονική Επετηρίς, τόμος 19, Θεσσαλονίκη, Πανεπιστήμιο, Κτηνιατρική Σχολή, 1978, σελ. 165)
- μεταφορικάπρόσφατος Βικιλεξικό
- (για λουλούδια ή καρπούς) φρεσκοκομμένος Βικιλεξικό
- Ξυπνά και δεν βλέπει τα άνθη τα νωπά στο ποτήρι της, βλέπει στην καθέκλα την νοσοκόμον. (Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου Απέθανεν ευτυχής [διήγημα])
- (για χώμα) που σκάφτηκε πριν από λίγο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
νωπός < μεσαιωνική ελληνική < νεο- (< νέος) + -ωπός (< ὤψ, γενική: ὠπός)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | νωπός | νωπή | νωπό |
| Γενική | νωπού | νωπής | νωπού |
| Αιτιατική | νωπό | νωπή | νωπό |
| Κλητική | νωπέ | νωπή | νωπό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | νωποί | νωπές | νωπά |
| Γενική | νωπών | νωπών | νωπών |
| Αιτιατική | νωπούς | νωπές | νωπά |
| Κλητική | νωποί | νωπές | νωπά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →