Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

νωπός

/noˈpos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. φρέσκος Βικιλεξικό
    • νωπά οπωροκηπευτικά προϊόντα
  2. συνεκδοχικάπου δεν έχει στεγνώσει ακόμη Βικιλεξικό
    • Τό μέσο βάρος τῶν ἀμνοδερμάτων ἀμέσως με το ἀνεξάρτητα ἀπό τό φύλο καί ξεχωριστά γιά κάθε γενότυπο δίνεται στόν πίνακα 1 μαζί μέ τίς συγκρίσεις τῶν μέσων τιμῶν. ̓Αμέσως μετά τό γδάρσιμο τά νωπά ἀμνοδέρματα τῶν καθαρόαιμων Καραγκούνικων ἀμνῶν εἶχαν βάρος κατώτερο τῶν... (Επιστημονική Επετηρίς, τόμος 19, Θεσσαλονίκη, Πανεπιστήμιο, Κτηνιατρική Σχολή, 1978, σελ. 165)
  3. μεταφορικάπρόσφατος Βικιλεξικό
  4. (για λουλούδια ή καρπούς) φρεσκοκομμένος Βικιλεξικό
    • Ξυπνά και δεν βλέπει τα άνθη τα νωπά στο ποτήρι της, βλέπει στην καθέκλα την νοσοκόμον. (Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου Απέθανεν ευτυχής [διήγημα])
  5. (για χώμα) που σκάφτηκε πριν από λίγο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

νωπός < μεσαιωνική ελληνική < νεο- (< νέος) + -ωπός (< ὤψ, γενική: ὠπός)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήνωπόςνωπήνωπό
Γενικήνωπούνωπήςνωπού
Αιτιατικήνωπόνωπήνωπό
Κλητικήνωπένωπήνωπό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήνωποίνωπέςνωπά
Γενικήνωπώννωπώννωπών
Αιτιατικήνωπούςνωπέςνωπά
Κλητικήνωποίνωπέςνωπά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →