Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

νόημα

/ˈno.i.ma/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. έννοια, σημασία Βικιλεξικό
    • Το νόημα αυτής της φράσης είναι ξεκάθαρο.
    • Δὲν εἶν’ ἀνάγκη ν’ ἀνοιχτῶ ἐδῶ σὲ θεωρίες. Φέρνω γιὰ ν’ ἀποδείξω, ἀπὸ τὴ μιὰ τὴ φτώχια τῆς γλώσσας, κι ἀπὸ τὴν ἄλλη, τὸ πεζὸ τῶν ἰδεῶν καὶ νοημάτων, παραδείγματα παρμένα ἀπὸ τὰ διάφορα ποιήματά του. (Ροβέρτος Κάμπος, Τὸ ποιητικὸν ἔργο τοῦ Κ. Π. Καβάφη, Κάϊρο 1912)
  2. λογική Βικιλεξικό
    • Αυτό που γράφεις δεν βγάζει νόημα.
  3. σημασία, σκοπός, λόγος, αξία Βικιλεξικό
    • Ποιό είναι το νόημα της παρουσίας τους εδώ;
    • Δεν έχει κανένα νόημα να πας τώρα.
  4. νεύμα, γνέψιμο Βικιλεξικό
    • Μου έκανε νόημα να μπω.
    • Μπαίνοντας τώρα στο χώρο του ο Λευτέρης προχώρησε πιο σίγουρος, άναψε ένα φωτιστικό δαπέδου με φωτισμό διακριτικό κι έκανε νόημα στον ξένο του να προχωρήσει. (Παναγιώτης Μεντής, Το απροστάτευτο αφήγημα, εκδ. Κέδρος, 2007, σελ. 82)
    • Η μάνα μου την κανάκευε και σβουριζόταν τριγύρω της να της φτιάξει τίλιο. Της φώναζε δυνατά στ' αυτί, αλλά κουφή δεν ήταν. « Θες τίλιο, βάβα Ελενίτσα; Τίλιο λέω, θες;» Η γριά τής έκανε ένα νόημα με το χέρι. «Σάξε ένα τίλιο» μόνο και μόνο για να την ξεφορτωθεί (Μάρα Μεϊμαρίδη, Οι Μάγισσες της Σμύρνης, εκδόσεις Καστανιώτη, 2011)
  5. μεταφορικάεντός του επιρρηματικού προσδιορισμού που σχηματίζεται με το «με»: έχοντας κάποιο υπονοούμενο, υπονοώντας κάτι Βικιλεξικό
    • «Θα ξανάρθω σε μία ώρα» είπε με νόημα.

Ετυμολογία

νόημα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική νόημα.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήνόημανοήματα
Γενικήνοήματοςνοημάτων
Αιτιατικήνόημανοήματα
Κλητικήνόημανοήματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →