Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

νύσταγμα

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του νυστάζω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

νύσταγμα < ελληνιστική κοινή νύσταγμα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήνύσταγμανυστάγματα
Γενικήνυστάγματοςνυσταγμάτων
Αιτιατικήνύσταγμανυστάγματα
Κλητικήνύσταγμανυστάγματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →