ν' αγιάσεις
•
- σπάνιοπαράκληση ή προτροπή να ειπωθεί ή να συμβεί κάτι Βικιλεξικό
- Μίλα επιτέλους, ν' αγιάσεις, μη μας βασανίζεις άλλο!
Ετυμολογία
ν' αγιάσεις < → δείτε τις λέξεις να και αγιάζω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →