ξάγι
•
- η αμοιβή που παρακρατά σε είδος, ως ποσοστό του καρπού, ο μύλος ή το ελαιοτριβείο για το άλεσμα Βικιλεξικό
- το δοχείο με το οποίο μετράει τα αλεστικά ο μυλωνάς Βικιλεξικό
- Η φτώχεια μπορούσε ν' αλέση το φόρτωμά της χωρίς ν' αφήση ούτ' ένα ξάγι, κι ο τούρκος θα το συλλογίζουνταν αν γύρευε να δείξη την αδικιά του στο Λιάκο. (Μήτσος Χατζόπουλος, Ντόπιες ζωγραφιές: Ο ριζόμυλος)
- μονάδα μέτρησης χωρητικότητας: δημητριακών (μισό κιλό), μεταξόσπορου (το 1/6 της ουγγιάς), μπαρουτιού, πυρίτιδας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξάγι < μεσαιωνική ελληνική ξάγι < (ελληνιστική κοινή) ἐξάγιον < λατινικά exagium
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ξάγι | ξάγια |
| Γενική | ξαγιού | ξαγιών |
| Αιτιατική | ξάγι | ξάγια |
| Κλητική | ξάγι | ξάγια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →