ξάγναντο
•
- ψηλός τόπος, απ' όπου μπορεί κανείς να έχει μια γενική θέα σε όλη την περιοχή τριγύρω Βικιλεξικό
- με κεφαλαίο, το Ξάγναντο, τοπωνύμιο (χωριό στη Δράμα, στο Αβραμιό Μεσσηνίας κ.α.) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξάγναντο < μεσαιωνική ελληνικήξαγναντεύω < ξε και ἀγναντεύω < ἀγνάντια < τα ἐγνάντια < τά ἐνάντια (τα απέναντι)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ξάγναντο | ξάγναντα |
| Γενική | ξάγναντου | ξάγναντων |
| Αιτιατική | ξάγναντο | ξάγναντα |
| Κλητική | ξάγναντο | ξάγναντα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →