Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξάγναντο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. ψηλός τόπος, απ' όπου μπορεί κανείς να έχει μια γενική θέα σε όλη την περιοχή τριγύρω Βικιλεξικό
  2. με κεφαλαίο, το Ξάγναντο, τοπωνύμιο (χωριό στη Δράμα, στο Αβραμιό Μεσσηνίας κ.α.) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ξάγναντο < μεσαιωνική ελληνικήξαγναντεύω < ξε και ἀγναντεύω < ἀγνάντια < τα ἐγνάντια < τά ἐνάντια (τα απέναντι)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήξάγναντοξάγναντα
Γενικήξάγναντουξάγναντων
Αιτιατικήξάγναντοξάγναντα
Κλητικήξάγναντοξάγναντα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →