Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξάκρισμα

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. το να κόβονται στα άκρα, οι άκριες που περισσεύουν (σε τρίχες, ύφασμα, φυτά κ.λπ.) Βικιλεξικό
  2. το να επιμελείται κάποιος κάτι (π.χ. στη βιβλιοδεσία, η σωστή αποκοπή των περιθωρίων των σελίδων) Βικιλεξικό
  3. το να καλλιεργεί κάποιος ένα χωράφι απ' άκρη σ' άκρη χωρίς να αφήνει αφρόντιστο ούτε μισό μέτρο Βικιλεξικό
  4. το ξεμονάχιασμα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ξάκρισμα < ξακρίζω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήξάκρισμαξακρίσματα
Γενικήξακρίσματοςξακρισμάτων
Αιτιατικήξάκρισμαξακρίσματα
Κλητικήξάκρισμαξακρίσματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →