ξάκρισμα
•
- το να κόβονται στα άκρα, οι άκριες που περισσεύουν (σε τρίχες, ύφασμα, φυτά κ.λπ.) Βικιλεξικό
- το να επιμελείται κάποιος κάτι (π.χ. στη βιβλιοδεσία, η σωστή αποκοπή των περιθωρίων των σελίδων) Βικιλεξικό
- το να καλλιεργεί κάποιος ένα χωράφι απ' άκρη σ' άκρη χωρίς να αφήνει αφρόντιστο ούτε μισό μέτρο Βικιλεξικό
- το ξεμονάχιασμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξάκρισμα < ξακρίζω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ξάκρισμα | ξακρίσματα |
| Γενική | ξακρίσματος | ξακρισμάτων |
| Αιτιατική | ξάκρισμα | ξακρίσματα |
| Κλητική | ξάκρισμα | ξακρίσματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →