ξάνιον
•
- λανάρα, μηχανισμός σαν χτένα κατά την κατεργασία μαλλιού ή καννάβεως ή του λίνου για να αποχωριστούν τα νήματα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξάνιον < ξαίνω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
ξάνιον < ξαίνω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →