Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξάρτι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. ναυτικός όροςτο σκοινί καταρτιού ή πανιού ενός ιστιοφόρου πλοίου Βικιλεξικό
    • Ὅσο γιὰ τὸ μπάρκο, τὸ μισὸ ἀπόμενε. Οὔτε παραπέτα, οὔτε κουπαστές, οὔτε ξάρτια, οὔτε πανιὰ ἀκέρια. (Ανδρέας Καρκαβίτσας, Η δικαιοσύνη της θάλασσας, από το βιβλίο Λόγια τῆς πλώρης, 1924)

Ετυμολογία

ξάρτι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ξάρτι, ξάρτιον, ἐξάρτιον < ελληνιστική κοινή ἐξάρτιος < ἐξαρτῶ

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήξάρτιξάρτια
Γενικήξαρτιούξαρτιών
Αιτιατικήξάρτιξάρτια
Κλητικήξάρτιξάρτια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →