Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξέβγαλμα

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. η φάση του πλυσίματος (ρούχων, πιάτων) κατά την οποία ρίχνουμε αρκετό νερό πάνω στα πλυμένα για να απομακρυνθούν οι σαπουνάδες Βικιλεξικό
  2. κυριολεκτικά: Βικιλεξικό
    • το βγάλσιμο έξω, η διαδικασία να βγάλω / βγάζω έξω, λ.χ. τα ζώα για βοσκή
    • το ξεπροβόδισμα
  3. ιδιωματικόδιαδικασία παροδικής ατομικής ανακωχής ή προστασίας κατά τη διάρκεια οικογενειακής αντιδικίας ή βεντέτας, η οποία επιτυγχάνεται με την παρουσία ενός ουδέτερου προσώπου, του λεγόμενου ξεβγάλτη, το οποίο συνοδεύει το άτομο που απολαμβάνει την προσωρινή προστασία του από τους εχθρούς της άλλης οικογένειας Βικιλεξικό
    • Υπήρχε ακόμα [στη Μάνη] μια περίεργη μέθοδος που μ' αυτήν μπορούσε ένα μεμονωμένο άτομο, της μιας από τις αντιμαχόμενες οικογένειες, να πετύχει μια προσωρινή ιδιωτική ανακωχή, που την έλεγαν Ξέβγαλμα. […] Κάθε εχθρική κίνηση ενάντια στον προστατευόμενό του, θα έβαζε αυτόματα την οικογένεια του [συνοδού] ξεβγάλτη σε έχθρα με τους επιτιθέμενους.

Ετυμολογία

ξέβγαλμα < → δείτε τη λέξη ξεβγάζω • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήξέβγαλμαξεβγάλματα
Γενικήξεβγάλματοςξεβγαλμάτων
Αιτιατικήξέβγαλμαξεβγάλματα
Κλητικήξέβγαλμαξεβγάλματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →