Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξέκωλο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. γυναίκα ασυγκράτητη ερωτικά με διάφορα άτομα Βικιλεξικό
  2. χαρακτηρισμός γυναίκας που είναι ντυμένη με υπερβολικά προκλητικά ρούχα Βικιλεξικό
  3. κατ’ επέκτασηρούχο πολύ προκλητικό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ξέκωλο < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήξέκωλοξέκωλα
Γενικήξέκωλουξέκωλων
Αιτιατικήξέκωλοξέκωλα
Κλητικήξέκωλοξέκωλα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →