ξέκωλο
•
- γυναίκα ασυγκράτητη ερωτικά με διάφορα άτομα Βικιλεξικό
- χαρακτηρισμός γυναίκας που είναι ντυμένη με υπερβολικά προκλητικά ρούχα Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηρούχο πολύ προκλητικό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξέκωλο < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ξέκωλο | ξέκωλα |
| Γενική | ξέκωλου | ξέκωλων |
| Αιτιατική | ξέκωλο | ξέκωλα |
| Κλητική | ξέκωλο | ξέκωλα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →