ξέμπαρκος
•
- ο άνεργος ναυτικός ή εκείνος που θέλει για λίγο να ξεκουραστεί στην ξηρά Βικιλεξικό
- Οι άνθρωποι -αν και ικανοποιημένοι από την εκτέλεση του δολοφόνου του κυβερνήτη- δεν αποφάσιζαν να κλειστούν στα σπίτια τους. Οι έμποροι είχαν σφαλίσει τα μαγαζιά τους, οι ψαράδες γυρόφερναν ξέμπαρκοι στη στεριά, οι φουρναραίοι δεν έψηναν ψωμί, οι τσοπάνηδες δεν πουλούσαν ζώα, κρέας δεν έβρισκες στην αγορά, θαρρείς και κάτι ετοιμαζόταν. Κανείς δε μιλούσε. Όλοι περιδιάβαιναν σκυθρωποί (Λεία Βιτάλη, Η οργή των μικρών ανθρώπων, εκδ. Πατάκης, 2025)
- μεταφορικά, (λαϊκότροπο) ο μοναχικός, που δεν έχει παρέα, αλλά συνήθως νοείται εκείνος-η που στη συγκεκριμένη χρονική στιγμή δεν έχει ερωτικό σύντροφο και όχι αόριστα φίλους ή φίλες Βικιλεξικό
- μεταφορικά, (λαϊκότροπο) παράταιρος, ασυσχέτιστος, αταίριαστος, μοναχικός, που δεν υπάγεται σε σύνολο, ξεκάρφωτος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξέμπαρκος < ξε- + μπάρκο + ς
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ξέμπαρκος | ξέμπαρκη | ξέμπαρκο |
| Γενική | ξέμπαρκου | ξέμπαρκης | ξέμπαρκου |
| Αιτιατική | ξέμπαρκο | ξέμπαρκη | ξέμπαρκο |
| Κλητική | ξέμπαρκε | ξέμπαρκη | ξέμπαρκο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ξέμπαρκοι | ξέμπαρκες | ξέμπαρκα |
| Γενική | ξέμπαρκων | ξέμπαρκων | ξέμπαρκων |
| Αιτιατική | ξέμπαρκους | ξέμπαρκες | ξέμπαρκα |
| Κλητική | ξέμπαρκοι | ξέμπαρκες | ξέμπαρκα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →