Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξέντυτος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει βγάλει τα ρούχα του τελείως ή που έχει βγάλει απλώς τα καλά ρουχα του και φοράει τα καθημερινά, τα πρόχειρα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ξέντυτος < ξεντύνω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήξέντυτοςξέντυτηξέντυτο
Γενικήξέντυτουξέντυτηςξέντυτου
Αιτιατικήξέντυτοξέντυτηξέντυτο
Κλητικήξέντυτεξέντυτηξέντυτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήξέντυτοιξέντυτεςξέντυτα
Γενικήξέντυτωνξέντυτωνξέντυτων
Αιτιατικήξέντυτουςξέντυτεςξέντυτα
Κλητικήξέντυτοιξέντυτεςξέντυτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →