Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξέπλεκος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν είναι πια πλεγμένο, π.χ. τα μαλλιά είναι λυτά και όχι πιασμένα σε αλογοουρά ή σε πλεξούδες ή κοτσίδες Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ξέπλεκος < ξεπλέκω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήξέπλεκοςξέπλεκηξέπλεκο
Γενικήξέπλεκουξέπλεκηςξέπλεκου
Αιτιατικήξέπλεκοξέπλεκηξέπλεκο
Κλητικήξέπλεκεξέπλεκηξέπλεκο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήξέπλεκοιξέπλεκεςξέπλεκα
Γενικήξέπλεκωνξέπλεκωνξέπλεκων
Αιτιατικήξέπλεκουςξέπλεκεςξέπλεκα
Κλητικήξέπλεκοιξέπλεκεςξέπλεκα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →