ξέπλεκος
•
- που δεν είναι πια πλεγμένο, π.χ. τα μαλλιά είναι λυτά και όχι πιασμένα σε αλογοουρά ή σε πλεξούδες ή κοτσίδες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξέπλεκος < ξεπλέκω
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ξέπλεκος | ξέπλεκη | ξέπλεκο |
| Γενική | ξέπλεκου | ξέπλεκης | ξέπλεκου |
| Αιτιατική | ξέπλεκο | ξέπλεκη | ξέπλεκο |
| Κλητική | ξέπλεκε | ξέπλεκη | ξέπλεκο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ξέπλεκοι | ξέπλεκες | ξέπλεκα |
| Γενική | ξέπλεκων | ξέπλεκων | ξέπλεκων |
| Αιτιατική | ξέπλεκους | ξέπλεκες | ξέπλεκα |
| Κλητική | ξέπλεκοι | ξέπλεκες | ξέπλεκα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →