ξέπλυμα
•
- το ξέβγαλμα, η ρήψη άφθονου νερού για να καθαριστούν τα πλυμένα από τα σαπούνια Βικιλεξικό
- μεταφορικάη κάθαρση μέσω νομότυπων επιχειρήσεων και χρηματιστηριακών συναλλαγών του βρώμικου χρήματος, εκείνου που αποκτήθηκε με παράνομες δραστηριότητες ή που δεν φορολογείται Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξέπλυμα < ξεπλένω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ξέπλυμα | ξεπλύματα |
| Γενική | ξεπλύματος | ξεπλυμάτων |
| Αιτιατική | ξέπλυμα | ξεπλύματα |
| Κλητική | ξέπλυμα | ξεπλύματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →