Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξερή

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. χαρτοπαίγνιο που παίζεται με 52 χαρτιά, παραλλαγή της κοντσίνας Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ξερή < αβέβαιης ετμ. ίσως επειδή μένει άδειο (ξερό) το τραπέζι

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήξερήξερές
Γενικήξερήςξερών
Αιτιατικήξερήξερές
Κλητικήξερήξερές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

ξέρη

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. άλλη εκφορά της λέξης ξέρα, ο ύφαλος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ξέρη < ξηρά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →