ξέσμα
•
- οτιδήποτε έχει ξυστεί ή σβηστεί Βικιλεξικό
- ειδικότερατμήμα ιστού του ανθρώπινου σώματος το οποίο αφαιρείται με απόξεση Βικιλεξικό
- Με την έγγραφη συγκατάθεση των γονιών των παιδιών που συμμετείχαν στη μελέτη συλλέχθηκε ξέσμα από την περιοχή της βλάβης από το οποίο απομονώθηκε γενετικό υλικό του ιού HPV προκειμένου να γίνει η ταυτοποίηση.
Ετυμολογία
ξέσμα < ελληνιστική κοινή ξέσμα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ξέσμα | ξέσματα |
| Γενική | ξέσματος | ξεσμάτων |
| Αιτιατική | ξέσμα | ξέσματα |
| Κλητική | ξέσμα | ξέσματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →