Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξέσμα

/ˈkse.zma/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. οτιδήποτε έχει ξυστεί ή σβηστεί Βικιλεξικό
  2. ειδικότερατμήμα ιστού του ανθρώπινου σώματος το οποίο αφαιρείται με απόξεση Βικιλεξικό
    • Με την έγγραφη συγκατάθεση των γονιών των παιδιών που συμμετείχαν στη μελέτη συλλέχθηκε ξέσμα από την περιοχή της βλάβης από το οποίο απομονώθηκε γενετικό υλικό του ιού HPV προκειμένου να γίνει η ταυτοποίηση.

Ετυμολογία

ξέσμα < ελληνιστική κοινή ξέσμα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήξέσμαξέσματα
Γενικήξέσματοςξεσμάτων
Αιτιατικήξέσμαξέσματα
Κλητικήξέσμαξέσματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →