ξέσπασμα
•
- η εκδήλωση με απότομο και βίαιο τρόπο ενός πράγματος ή μιας κατάστασης που δε φαινόταν αλλά αναπτυσσόταν κρυφά Βικιλεξικό
- το ξέσπασμα πολιτικής διαφωνίας
- Στου ήλιου τις καυτερές αχτίδες και στών μανιασμένων αγέρηδων, των Χαμσίν, όπως τους λένε, τα ξεσπάσματα, ποὺ ρίχνουν τόνους καὶ τόνους τὴν ἄμμο καταπάνω τους. (Νέα Εστία, τεύχη 1540-1544, 1991, σελ. 1460)
- η ξαφνική εμφάνιση συναισθημάτων που κρύβονταν ή καταπιέζονταν Βικιλεξικό
- το ξέσπασμα της αγανάκτησης των υπαλλήλων
- η εκτόνωση αρνητικών συναισθημάτων εις βάρος άλλου ή με βίαιο τρόπο Βικιλεξικό
- είχε απότομα ξεσπάσματα μετά το ατύχημα
Ετυμολογία
ξέσπασμα < ξεσπώ
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ξέσπασμα | ξεσπάσματα |
| Γενική | ξεσπάσματος | ξεσπασμάτων |
| Αιτιατική | ξέσπασμα | ξεσπάσματα |
| Κλητική | ξέσπασμα | ξεσπάσματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →