ξέστρα
•
- εργαλείο που χρησιμοποιείται για να ξέουμε κάποιο υλικό (π.χ. ξύλο) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξέστρα < ξέω + κατάληξη θηλυκού -τρα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ξέστρα | ξέστρες |
| Γενική | ξέστρας | ξεστρών |
| Αιτιατική | ξέστρα | ξέστρες |
| Κλητική | ξέστρα | ξέστρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →