ξέφραγος
•
- άφρακτος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξέφραγος μεσαιωνική ελληνική ξέφραγος < ξεφράζω < (ελληνιστική κοινή)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ξέφραγος | ξέφραγη | ξέφραγο |
| Γενική | ξέφραγου | ξέφραγης | ξέφραγου |
| Αιτιατική | ξέφραγο | ξέφραγη | ξέφραγο |
| Κλητική | ξέφραγε | ξέφραγη | ξέφραγο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ξέφραγοι | ξέφραγες | ξέφραγα |
| Γενική | ξέφραγων | ξέφραγων | ξέφραγων |
| Αιτιατική | ξέφραγους | ξέφραγες | ξέφραγα |
| Κλητική | ξέφραγοι | ξέφραγες | ξέφραγα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →